Η Ελλάδα δε χρειάζεται άλλα πανεπιστήμια

Για δεκαετίες τώρα η δημόσια συζήτηση για τη μη κρατική τριτοβάθμια εκπαίδευση έρχεται και παρέρχεται, με αποκορύφωμα την περίοδο μετά τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί, και είναι εμφανές ότι με την πάροδο του χρόνου το θέμα έχει ωριμάσει.

Η κοινωνία μας πλέον αναγνωρίζει ότι οι καιροί έχουν αλλάξει και είτε το θέλουμε είτε όχι ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον υψηλού ανταγωνισμού που απαιτεί έναν εξελιγμένο τρόπο σκέψης. Επίσης, η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι άμεσα ή έμμεσα ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση ήδη υφίσταται και οι μόνοι που αντιδρούν κινούνται είτε από ιδεοληψίες είτε γιατί θίγονται προσωπικά συμφέροντα. Πλέον το θέμα δεν είναι αν στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν ή όχι μη κρατικά ιδρύματα (κερδοσκοπικά ή μη) αλλά τι είδους ιδρύματα πρέπει να έχουμε.

Ένα τριτοβάθμιο ίδρυμα ορίζεται από πληθώρα χαρακτηριστικών και κριτηρίων λειτουργίας, όπως τα προγράμματα σπουδών που προσφέρει, τους διδάσκοντες, την ερευνητική δραστηριότητα που μπορεί να αναπτύξει, τον τρόπο διακυβέρνησης, τον βαθμό αυτονομίας σε σχέση με την κρατική γραφειοκρατία, τις υλικοτεχνικές υποδομές, κλπ. Ακόμα και φαινομενικά επουσιώδη χαρακτηριστικά όπως η τοποθεσία του ιδρύματος, το ημερολόγιο πρόγραμμα,  η γλώσσα διδασκαλίας, ο μέγιστος αριθμός φοιτητών ανά τάξη, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες, κλπ. είναι εξίσου καθοριστικά της ποιότητας του ιδρύματος και της δυνατότητας του να ανταγωνιστεί άλλα ιδρύματα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα χαρακτηριστικά και κριτήρια λειτουργίας των δημοσίων πανεπιστημίων είναι γνωστά και λίγο πολύ ίδια σε όλα τα δημόσια πανεπιστήμια. Τα χαρακτηριστικά των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων θα προσδιορίζονται με τον επερχόμενο νόμο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Δικαίως η κυβέρνηση και ο νομοθέτης θέλουν να θεσπίσουν αυστηρά κριτήρια λειτουργίας, δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις τα κριτήρια αυτά  αποτελούν αντίγραφο της λειτουργίας των δημοσίων πανεπιστημίων. Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα εάν τα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας αποτελούσαν το χρυσό πρότυπο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όμως λίγοι είναι αυτοί που ενστερνίζονται την υποδειγματική οργάνωση και λειτουργία των πανεπιστήμιων μας ενώ πολλοί αναγνωρίζουν τις παθογένειες τους. Άρα με ποια λογική ονειρευόμαστε να δημιουργήσουμε αντίγραφα των δημοσίων πανεπιστημίων;

H Ελλάδα δε χρειάζεται άλλα πανεπιστήμια κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των δημοσίων.  Χρειάζεται ιδρύματα τα οποία προσφέρουν καινοτόμα προγράμματα σπουδών ακόμα και αν αντίστοιχα προγράμματα δεν υπάρχουν στα δημόσια πανεπιστήμια. Χρειάζεται ιδρύματα που δεν είναι δεσμευμένα από έναν υποχρεωτικό αριθμό ωρών διδασκαλίας (ελάχιστο ή μέγιστο) ανά εβδομάδα ώστε τα ιδρύματα να προσαρμόζουν το φόρτο διδασκαλίας των καθηγητών ανάλογα με την διδακτική τους ικανότητα και την ερευνητική τους παραγωγικότητα. Χρειάζεται ιδρύματα με ολιγάριθμο αριθμό φοιτητών ώστε οι διδάσκοντες να μπορούν να καλλιεργήσουν δεξιότητες όπως η αναλυτική και κριτική σκέψη, δεξιότητες επικοινωνίας (γραπτής και προφορικής), ικανότητες εργασίας σε ομάδες, κλπ. Χρειάζεται ιδρύματα που προσφέρουν εναλλακτική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς τον ψυχολογικό και οικονομικό βραχνά των πανελληνίων εξετάσεων.

Γενικά η Ελλάδα χρειάζεται μη κρατικά πανεπιστήμια τα οποία εποπτεύονται από το δημόσιο αλλά είναι ευέλικτα και απελευθερωμένα από την γραφειοκρατία του ώστε να εξελίσσονται γρήγορα και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε απαιτήσεις των καιρών. Χρειάζεται μη κρατικά ιδρύματα τα οποία θα αποτελέσουν πρότυπο για τα δημόσια πανεπιστήμια ώστε και αυτά να εξελιχθούν με απώτερο σκοπό να φέρουν μαζί (τα κρατικά και μη κρατικά πανεπιστήμια) τη χώρα μας στο προσκήνιο την παγκόσμιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η Τραμπάλα των Εισαγωγικών

Οι σταθμισμένες εξετάσεις προσφέρουν αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και σταθερότητα σύγκρισης.

Εδώ και πάνω από μισό αιώνα η ιστορία των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Η ευφορία που προκαλούν τα εύκολα θέματα (ή ‘βατά’ όπως συνήθως αποκαλούνται) γρήγορα μετατρέπεται σε δυσφορία με την άνοδο των βάσεων και, αντιστρόφως, η δυσφορία των δύσκολων θεμάτων μετατρέπεται σε ευφορία με την πτώση τους.

Από το 1964 οι εισαγωγικές εξετάσεις έχουν αλλάξει αρκετές ονομασίες (Εισιτήριες, Πανελλήνιες, Γενικές και Πανελλαδικές) και έχουν εμφανιστεί με διάφορες παραλλαγές στο σύστημα διεξαγωγής τους. Μπορεί «ο Μανωλιός να έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξε. Επί της ουσίας, το σύστημα επιλογής παραμένει το ίδιο. Είναι ένα σύστημα επιλογής που δημιουργεί περισσό άγχος και κόστος στους υποψηφίους και στις οικογένειες τους. Είναι ένα σύστημα που ενισχύει και διαιωνίζει την παραπαιδεία και ουσιαστικά ακυρώνει την ίδια την παιδεία – καθώς, όπως είναι γνωστό σε όλους μας, τουλάχιστον στην τελευταία τάξη του Λυκείου, οι μαθητές παραιτούνται από τα σχολικά τους μαθήματα και ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την προετοιμασία των εξετάσεων. Είναι ένα σύστημα που έχει γίνει αυτοσκοπός.

Ακόμα κι αν αποδεχτούμε τις εξετάσεις σαν το μοναδικό κριτήριο επιλογής των υποψηφίων (κάτι που προσωπικά με βρίσκει κάθετα αντίθετο, όμως αυτό είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης) κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να γίνει αναμόρφωση των εξετάσεων.  Ουσιαστική αναμόρφωση, αναμόρφωση που επιτέλους θα δώσει τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα που απορρέει από τα σκαμπανεβάσματα της δυσκολίας των θεμάτων. Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η λύση σ’ αυτό είναι οι σταθμισμένες εξετάσεις.

Η ιδέα των σταθμισμένων εξετάσεων δεν είναι κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό. Πριν από 2000 χρόνια η Δυναστεία Χαν στην Κίνα χρησιμοποιούσε σταθμισμένες δοκιμασίες για την επιλογή δημοσίων λειτουργών. Μετά από 19 αιώνες κατάφεραν να φτάσουν στη Μεγάλη Βρετανία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις Βρετανικές αποικίες.  Η πραγματική έκρηξη στη χρήση των σταθμισμένων εξετάσεων έγινε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν η παιδεία άρχισε γίνεται προσβάσιμη στο λαό και να μην αποτελεί προνόμιο μιας κοινωνικοοικονομικής ελίτ.

Οι σταθμισμένες εξετάσεις είναι ιδανικές ως δοκιμασίες ευρείας κλίμακας και προσφέρουν αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και σταθερότητα σύγκρισης. Τα πλεονεκτήματα αυτά απορρέουν από τη διαδικασία στάθμισης, μιας επίπονης και μακροχρόνιας διαδικασίας, που απαιτεί εξειδικευμένους επιστήμονες. Τέτοιοι επιστήμονες υπάρχουν στην Ελλάδα αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Ταυτόχρονα απαιτείται και πολιτική βούληση. Καθώς, όμως, η διάρκεια ζωής των υπουργών παιδείας είναι πολύ σύντομη, χρειάζεται και μια εθνική πολιτική για την παιδεία. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν υπήρξαν υπουργοί παιδείας που προσπάθησαν τη σταδιακή εφαρμογή σταθμισμένων εξετάσεων στο εισαγωγικό σύστημα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η προσπάθεια τους όμως εξανεμίστηκε όσο σύντομα εξανεμίστηκε και η θητεία τους.

Οι σταθμισμένες εξετάσεις δεν αποτελούν πανάκεια. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, είμαι ριζικά αντίθετος σε κάθε σύστημα εισαγωγής που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε εξετάσεις. Καθώς όμως στο ελληνικό σύστημα μονοπωλούν οι εξετάσεις, τουλάχιστον ας υιοθετήσουμε ένα σύστημα σταθμισμένων εξετάσεων ώστε να βάλουμε ένα τέλος στους βαρύγδουπους τίτλους των ΜΜΕ όπως «σφαγή στη Βιολογία», «ασάφεια στην Ιστορία», «κατρακύλησαν οι βάσεις στα φιλολογικά». Ακόμα σημαντικότερο είναι να θέσουμε ένα τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα των υποψηφίων και των οικογενειών τους.