Η Ελλάδα δε χρειάζεται άλλα πανεπιστήμια

Για δεκαετίες τώρα η δημόσια συζήτηση για τη μη κρατική τριτοβάθμια εκπαίδευση έρχεται και παρέρχεται, με αποκορύφωμα την περίοδο μετά τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί, και είναι εμφανές ότι με την πάροδο του χρόνου το θέμα έχει ωριμάσει.

Η κοινωνία μας πλέον αναγνωρίζει ότι οι καιροί έχουν αλλάξει και είτε το θέλουμε είτε όχι ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον υψηλού ανταγωνισμού που απαιτεί έναν εξελιγμένο τρόπο σκέψης. Επίσης, η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι άμεσα ή έμμεσα ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση ήδη υφίσταται και οι μόνοι που αντιδρούν κινούνται είτε από ιδεοληψίες είτε γιατί θίγονται προσωπικά συμφέροντα. Πλέον το θέμα δεν είναι αν στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν ή όχι μη κρατικά ιδρύματα (κερδοσκοπικά ή μη) αλλά τι είδους ιδρύματα πρέπει να έχουμε.

Ένα τριτοβάθμιο ίδρυμα ορίζεται από πληθώρα χαρακτηριστικών και κριτηρίων λειτουργίας, όπως τα προγράμματα σπουδών που προσφέρει, τους διδάσκοντες, την ερευνητική δραστηριότητα που μπορεί να αναπτύξει, τον τρόπο διακυβέρνησης, τον βαθμό αυτονομίας σε σχέση με την κρατική γραφειοκρατία, τις υλικοτεχνικές υποδομές, κλπ. Ακόμα και φαινομενικά επουσιώδη χαρακτηριστικά όπως η τοποθεσία του ιδρύματος, το ημερολόγιο πρόγραμμα,  η γλώσσα διδασκαλίας, ο μέγιστος αριθμός φοιτητών ανά τάξη, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες, κλπ. είναι εξίσου καθοριστικά της ποιότητας του ιδρύματος και της δυνατότητας του να ανταγωνιστεί άλλα ιδρύματα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα χαρακτηριστικά και κριτήρια λειτουργίας των δημοσίων πανεπιστημίων είναι γνωστά και λίγο πολύ ίδια σε όλα τα δημόσια πανεπιστήμια. Τα χαρακτηριστικά των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων θα προσδιορίζονται με τον επερχόμενο νόμο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Δικαίως η κυβέρνηση και ο νομοθέτης θέλουν να θεσπίσουν αυστηρά κριτήρια λειτουργίας, δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις τα κριτήρια αυτά  αποτελούν αντίγραφο της λειτουργίας των δημοσίων πανεπιστημίων. Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα εάν τα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας αποτελούσαν το χρυσό πρότυπο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όμως λίγοι είναι αυτοί που ενστερνίζονται την υποδειγματική οργάνωση και λειτουργία των πανεπιστήμιων μας ενώ πολλοί αναγνωρίζουν τις παθογένειες τους. Άρα με ποια λογική ονειρευόμαστε να δημιουργήσουμε αντίγραφα των δημοσίων πανεπιστημίων;

H Ελλάδα δε χρειάζεται άλλα πανεπιστήμια κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των δημοσίων.  Χρειάζεται ιδρύματα τα οποία προσφέρουν καινοτόμα προγράμματα σπουδών ακόμα και αν αντίστοιχα προγράμματα δεν υπάρχουν στα δημόσια πανεπιστήμια. Χρειάζεται ιδρύματα που δεν είναι δεσμευμένα από έναν υποχρεωτικό αριθμό ωρών διδασκαλίας (ελάχιστο ή μέγιστο) ανά εβδομάδα ώστε τα ιδρύματα να προσαρμόζουν το φόρτο διδασκαλίας των καθηγητών ανάλογα με την διδακτική τους ικανότητα και την ερευνητική τους παραγωγικότητα. Χρειάζεται ιδρύματα με ολιγάριθμο αριθμό φοιτητών ώστε οι διδάσκοντες να μπορούν να καλλιεργήσουν δεξιότητες όπως η αναλυτική και κριτική σκέψη, δεξιότητες επικοινωνίας (γραπτής και προφορικής), ικανότητες εργασίας σε ομάδες, κλπ. Χρειάζεται ιδρύματα που προσφέρουν εναλλακτική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς τον ψυχολογικό και οικονομικό βραχνά των πανελληνίων εξετάσεων.

Γενικά η Ελλάδα χρειάζεται μη κρατικά πανεπιστήμια τα οποία εποπτεύονται από το δημόσιο αλλά είναι ευέλικτα και απελευθερωμένα από την γραφειοκρατία του ώστε να εξελίσσονται γρήγορα και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε απαιτήσεις των καιρών. Χρειάζεται μη κρατικά ιδρύματα τα οποία θα αποτελέσουν πρότυπο για τα δημόσια πανεπιστήμια ώστε και αυτά να εξελιχθούν με απώτερο σκοπό να φέρουν μαζί (τα κρατικά και μη κρατικά πανεπιστήμια) τη χώρα μας στο προσκήνιο την παγκόσμιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η Τραμπάλα των Εισαγωγικών

Οι σταθμισμένες εξετάσεις προσφέρουν αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και σταθερότητα σύγκρισης.

Εδώ και πάνω από μισό αιώνα η ιστορία των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Η ευφορία που προκαλούν τα εύκολα θέματα (ή ‘βατά’ όπως συνήθως αποκαλούνται) γρήγορα μετατρέπεται σε δυσφορία με την άνοδο των βάσεων και, αντιστρόφως, η δυσφορία των δύσκολων θεμάτων μετατρέπεται σε ευφορία με την πτώση τους.

Από το 1964 οι εισαγωγικές εξετάσεις έχουν αλλάξει αρκετές ονομασίες (Εισιτήριες, Πανελλήνιες, Γενικές και Πανελλαδικές) και έχουν εμφανιστεί με διάφορες παραλλαγές στο σύστημα διεξαγωγής τους. Μπορεί «ο Μανωλιός να έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξε. Επί της ουσίας, το σύστημα επιλογής παραμένει το ίδιο. Είναι ένα σύστημα επιλογής που δημιουργεί περισσό άγχος και κόστος στους υποψηφίους και στις οικογένειες τους. Είναι ένα σύστημα που ενισχύει και διαιωνίζει την παραπαιδεία και ουσιαστικά ακυρώνει την ίδια την παιδεία – καθώς, όπως είναι γνωστό σε όλους μας, τουλάχιστον στην τελευταία τάξη του Λυκείου, οι μαθητές παραιτούνται από τα σχολικά τους μαθήματα και ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την προετοιμασία των εξετάσεων. Είναι ένα σύστημα που έχει γίνει αυτοσκοπός.

Ακόμα κι αν αποδεχτούμε τις εξετάσεις σαν το μοναδικό κριτήριο επιλογής των υποψηφίων (κάτι που προσωπικά με βρίσκει κάθετα αντίθετο, όμως αυτό είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης) κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να γίνει αναμόρφωση των εξετάσεων.  Ουσιαστική αναμόρφωση, αναμόρφωση που επιτέλους θα δώσει τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα που απορρέει από τα σκαμπανεβάσματα της δυσκολίας των θεμάτων. Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η λύση σ’ αυτό είναι οι σταθμισμένες εξετάσεις.

Η ιδέα των σταθμισμένων εξετάσεων δεν είναι κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό. Πριν από 2000 χρόνια η Δυναστεία Χαν στην Κίνα χρησιμοποιούσε σταθμισμένες δοκιμασίες για την επιλογή δημοσίων λειτουργών. Μετά από 19 αιώνες κατάφεραν να φτάσουν στη Μεγάλη Βρετανία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις Βρετανικές αποικίες.  Η πραγματική έκρηξη στη χρήση των σταθμισμένων εξετάσεων έγινε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν η παιδεία άρχισε γίνεται προσβάσιμη στο λαό και να μην αποτελεί προνόμιο μιας κοινωνικοοικονομικής ελίτ.

Οι σταθμισμένες εξετάσεις είναι ιδανικές ως δοκιμασίες ευρείας κλίμακας και προσφέρουν αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και σταθερότητα σύγκρισης. Τα πλεονεκτήματα αυτά απορρέουν από τη διαδικασία στάθμισης, μιας επίπονης και μακροχρόνιας διαδικασίας, που απαιτεί εξειδικευμένους επιστήμονες. Τέτοιοι επιστήμονες υπάρχουν στην Ελλάδα αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Ταυτόχρονα απαιτείται και πολιτική βούληση. Καθώς, όμως, η διάρκεια ζωής των υπουργών παιδείας είναι πολύ σύντομη, χρειάζεται και μια εθνική πολιτική για την παιδεία. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν υπήρξαν υπουργοί παιδείας που προσπάθησαν τη σταδιακή εφαρμογή σταθμισμένων εξετάσεων στο εισαγωγικό σύστημα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η προσπάθεια τους όμως εξανεμίστηκε όσο σύντομα εξανεμίστηκε και η θητεία τους.

Οι σταθμισμένες εξετάσεις δεν αποτελούν πανάκεια. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, είμαι ριζικά αντίθετος σε κάθε σύστημα εισαγωγής που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε εξετάσεις. Καθώς όμως στο ελληνικό σύστημα μονοπωλούν οι εξετάσεις, τουλάχιστον ας υιοθετήσουμε ένα σύστημα σταθμισμένων εξετάσεων ώστε να βάλουμε ένα τέλος στους βαρύγδουπους τίτλους των ΜΜΕ όπως «σφαγή στη Βιολογία», «ασάφεια στην Ιστορία», «κατρακύλησαν οι βάσεις στα φιλολογικά». Ακόμα σημαντικότερο είναι να θέσουμε ένα τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα των υποψηφίων και των οικογενειών τους.

Το άσυλο είναι λειψό

Με προσοχή ακούω και διαβάζω τις ανησυχίες των υπέρμαχων του πανεπιστημιακού άσυλου και μου μπαίνουν ψύλλοι στα αυτιά.

Οι ανησυχίες τους εστιάζουν στο φόβο ότι η κατάλυση του ακαδημαϊκού ασύλου θα οδηγήσει σε κατάλυση της ελευθερίας της έκφρασης και της ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Η αστυνομία θα μπορεί να μπαίνει στα πανεπιστήμια και να συλλαμβάνει άτομα που διδάσκουν καινά δαιμόνια και γενικά διοχετεύουν απόψεις αντίθετες με την εκάστοτε πολιτική ορθότητα. Πράγματι είναι ανησυχητικοί οι συγκεκριμένοι φόβοι, πολύ ανησυχητικοί και επειδή πιθανόν ξέρουν κάτι που δεν ξέρω εγώ, άρχισα να ανησυχώ και εγώ.

Άρχισα να αναλογίζομαι τις συζητήσεις που κάνω με τα παιδιά μου που συχνά αναφέρονται στην διδασκαλία των καθηγητών τους και στις συζητήσεις που γίνονται στο Λύκειό τους.  Προοδευτικοί και συντηρητικοί καθηγητές, μονόδρομες διαλέξεις από την καθηγητική έδρα αλλά και ένθερμες αμφίδρομες συζητήσεις, συμφωνίες αλλά και διαφωνίες. Όλα αυτά με έκαναν να διαπιστώσω πως στην νομοθεσία μας υπάρχει ένα κενό.  Μπορεί το ακαδημαϊκό άσυλο να προστατεύει τα πανεπιστήμια μας αλλά δεν προστατεύει τα σχολεία μας. Και αυτό είναι καταστροφικό! Πρέπει σύντομα να κλείσουμε το κενό και να επεκτείνουμε την ομπρέλα προστασίας του πανεπιστημιακού άσυλου και στα σχολεία μας.

Με μια δεύτερη σκέψη όμως, είναι προφανές ότι απόψεις και ιδέες εκφράζονται και διακινούνται και στα συνεδριακά κέντρα. Άρα το άσυλο θα πρέπει να επεκταθεί και στα συνεδριακά κέντρα και η είσοδος της αστυνομίας θα πρέπει να απαγορεύεται και στα ξενοδοχεία με συνεδριακές εγκαταστάσεις ή σε κτήρια με αίθουσες εκδηλώσεων. Καφενείο δεν πηγαίνω αλλά από τον πεθερό μου ξέρω πολύ καλά ότι τα καφενεία είναι οι κατεξοχήν ναοί έκφρασης απόψεων και ιδεών. Πρέπει να διαφυλαχτούν και αυτά.

Βέβαια για να μην κατηγορηθώ ότι είμαι κοντόφθαλμος θα πρέπει να παραδεχτώ ότι απόψεις και ιδέες εκφράζονται και διακινούνται οπουδήποτε αθροίζονται οι πολίτες. Κλειστοί χώροι όπως καφετέριες, τηλεοπτικοί σταθμοί, βιβλιοπωλεία, γκαλερί, κλπ. αλλά και ανοιχτοί χώροι όπως δρόμοι, πλατείες και πάρκα πρέπει να προστατεύονται, όπως και τα πανεπιστήμια. Το άσυλο δεν μπορεί να είναι προνόμιο των πανεπιστημίων.

Το νομοθετικό πλαίσιο του ακαδημαϊκού άσυλου είναι λειψό στο να εξασφαλίσει την ελευθερία όλων. Για να εξασφαλίσουμε την απόλυτη ελευθερία των πολιτών το άσυλο θα πρέπει  επεκταθεί σε όλη την επικράτεια ή απλά θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η εφαρμογή του νόμου σε όλη την επικράτεια είναι το άσυλο των πολιτών.

Ναι στους αιώνιους φοιτητές!

Αναφέρετε τη λέξη «φοιτητές» και στους περισσότερους έρχεται η εικόνα μιας ομάδας νεαρών, οικονομικά εξαρτημένων από τους γονείς τους, που ντύνονται πρόχειρα και περνούν μια από τις καλύτερες περιόδους της ζωής τους. Σε γενικές γραμμές, το προφίλ αυτό ταιριάζει στην πλειοψηφία των φοιτητών στην Ελλάδα, αλλά όχι στους φοιτητές του εξωτερικού.

Στο εξωτερικό μια σειρά από οικονομικές, κοινωνικές, και επιστημονικές εξελίξεις επέφεραν μεταβολές στο κλασικό προφίλ των φοιτητών.  Για παράδειγμα, η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης πολλών χωρών δρα αυξητικά στον αριθμό των ατόμων που  επιθυμούν να σπουδάσουν. Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Σε διάφορες χώρες του εξωτερικού οι  εποχές που κάποιος  έπιανε την πρώτη του δουλειά και έπαιρνε σύνταξη από τον ίδιο εργοδότη αποτελούν παρελθόν. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι ένας νέος που μπαίνει τώρα στην αγορά εργασίας, θα αλλάξει κατά την διάρκεια της ζωής του 17 εργοδότες και 3 κλάδους εργασίας. Επίσης, ραγδαίες αλλαγές λαμβάνουν χώρα σε κάθε επιστημονικό τομέα. Σήμερα υπολογίζεται ότι το σώμα της γνώσης, δηλαδή το σύνολο των διαθέσιμων γνώσεων που αναφέρεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα, διπλασιάζεται κάθε 12 με 13 μήνες.

Αυτές, καθώς και άλλες  εξελίξεις έχουν οδηγήσει τους πολίτες πολλών χωρών, ανεξαρτήτου ηλικίας, προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας. Ως αποτέλεσμα, σταδιακά ο μέσος όρος ηλικίας των φοιτητών κινείται έξω από τα κλασικά όρια ηλικίας (18 με 25 ετών).  Πρωτιά σε αυτό έχουν οι ΗΠΑ όπου σήμερα πλέον το 47% όλων των ατόμων που σπουδάζουν είναι φοιτητές μη παραδοσιακής ηλικίας (άνω των 25)!

Στην Ελλάδα, παρόλο που η χώρα βρίσκεται υπό την επήρεια των ιδίων παγκοσμίων εξελίξεων, το προφίλ των φοιτητών παραμένει ίδιο εδώ και δεκαετίες. Ακόμα και σήμερα, το πανεπιστήμιο θεωρείται προνόμιο των δεκαοκτάρηδων. Οι λίγοι φοιτητές μη παραδοσιακής ηλικίας λειτουργούν ινκόγκνιτο, αφού κατά πλειοψηφία δεν παρακολουθούν τις παραδόσεις μαθημάτων και απλώς δίνουν εξετάσεις. Φυσικά, για να αλλάξει η κουλτούρα αυτή το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να εκσυγχρονιστεί υιοθετώντας δομές και υποδομές  που θα υποστηρίξουν τις σπουδές των ενήλικων φοιτητών.

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να αλλάξει το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Με εξαίρεση την εισαγωγή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, η εισαγωγή στα πανεπιστήμια μέσω των πανελληνίων εξετάσεων κάθε άλλο παρά ενθαρρύνει τους ενήλικες. Ταυτόχρονα θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος κατάταξης πτυχιούχων ΑΕΙ σε άλλα τμήματα για την απόκτηση δεύτερου πτυχίου. Φυσικά η υιοθέτηση ευέλικτων τρόπων παράδοσης μαθημάτων είναι επιτακτική για τους ενήλικες φοιτητές, οι οποίοι εκτός από τις ακαδημαϊκές, καλούνται να ανταποκριθούν και σε οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις.  Τα πανεπιστήμια θα πρέπει να αναπτύξουν σε πλήρη κλίμακα απογευματινά και καλοκαιρινά μαθήματα καθώς και μαθήματα εξ’ αποστάσεως. Επίσης σημαντική είναι και η υιοθέτηση συγκεκριμένων παιδαγωγικών μεθόδων για τη διδασκαλία ενηλίκων. Σίγουρα δεν μπορείς να διδάξεις έναν ενήλικα με δέκα και είκοσι χρόνια εργασιακής εμπειρίας με το ίδιο τρόπο που διδάσκεις έναν δεκαοκτάχρονο που μόλις τελείωσε το Λύκειο.

Αν θέλει η Ελλάδα να βγει από την οικονομική δίνη και να γίνει ανταγωνιστική στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, και να καλλιεργήσει μια κουλτούρα αιωνίων φοιτητών. Όχι βέβαια με την έννοια των φοιτητών που ποτέ δεν αποφοιτούν,  αλλά με την έννοια των πολιτών οι οποίοι εκπαιδεύονται και μετεκπαιδεύονται συνεχώς, προκειμένου  να ανταποκριθούν στις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας.

Η διοίκηση χρειάζεται ομάδα

Εδώ και μια δεκαετία, η ανταγωνιστικότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί για πολλές χώρες στόχο στρατηγικής σημασίας.  Αυτό συνεπάγεται επενδύσεις σε οικονομικό επίπεδο, ανθρώπινο δυναμικό καθώς και διαθρωτικές αλλαγές.  Δεν είναι λίγες οι χώρες που έχουν αυξήσει τα κονδύλια για την έρευνα, ενισχύσει τα ποσά για την λειτουργία των ιδρυμάτων τους, αναπροσδιορίσει τα κριτήρια εισαγωγής φοιτητών και αναπτύξει κριτήρια και κίνητρα επιλογής καθηγητών παγκοσμίου κύρους. Ορισμένες δε, έχουν απελευθερώσει το νομικό πλαίσιο επιλογής των ανώτατων στελεχών διοίκησης των ιδρυμάτων, ώστε να προσελκύουν και στελέχη διεθνούς βεληνεκούς που δεν είναι πολίτες της χώρας-έδρας του ιδρύματος.

Ως γνωστό, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας δρα περιοριστικά για την εξέλιξη των Ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οπότε ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει παύσει να προσδοκά οικονομικές επενδύσεις. Ελπίζει όμως τουλάχιστον σε κάποιες διαθρωτικές αλλαγές, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια μας να συντηρηθούν και πιθανόν να διακριθούν. Δυστυχώς , το  πρόσφατο σχέδιο νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση που κατέθεσε η κυβέρνηση το Δεκέμβριο του 2015 εξανεμίζει τις ελπίδες για κάποιες ουσιαστικές αλλαγές. Σε ορισμένες διατάξεις δε, θεωρείται ότι θα αποτελέσει ένα βήμα πίσω παρά ένα βήμα μπροστά. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στη διοίκηση των πανεπιστημίων,  το νομοσχέδιο με το άρθρο 4 καταργεί τον υπάρχοντα θεσμό των αναπληρωτών πρυτάνεων και επαναφέρει το θεσμό των αντιπρυτάνεων.

Άσχετα με τον τίτλο (Γιάννης ή Γιαννάκης) υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο θεσμών. Οι αναπληρωτές πρυτάνεις ορίζονται από τον πρύτανη του ιδρύματος ενώ οι αντιπρυτάνεις εκλέγονται με ενιαίο και ξεχωριστό, από τους πρυτάνεις, ψηφοδέλτιο. Δηλαδή με το ισχύον καθεστώς, ο πρύτανης έχει την δυνατότητα να επιλέξει τους συνεργάτες του στη διοίκηση του ιδρύματος, ενώ με το προτεινόμενο καθεστώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι ομάδες διοίκησης να μην έχουν καμία συνοχή. Αταίριαστες προσωπικότητες, διαφορετικοί ιδεολογικοί χώροι  και αντικρουόμενες απόψεις για το πώς θα πρέπει να διοικηθεί το ίδρυμα μπορούν να τορπιλίσουν τη συνοχή της διοίκησης.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αντικειμενική επιλογή – με εκλογή ή τοποθέτηση – του επί κεφαλής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος (πρόεδρος, πρύτανης, καγκελάριος, κλπ) γίνεται για δύο λόγους. Για τις ικανότητες που έχει επιδείξει ο υποψήφιος στο παρελθόν και για το όραμα που έχει για το μέλλον του ιδρύματος. Ακόμα και ο ποιο ικανός ηγέτης όμως, χρειάζεται υποστήριξη από στελέχη με εξειδικευμένες ικανότητες (οικονομικές, ακαδημαϊκές, διοικητικές, ερευνητικές κλπ)  που θα είναι εναρμονισμένα με το όραμα του.  Η διοίκηση δηλαδή, χρειάζεται ομάδα με συνοχή και συμπληρωματική εμπειρογνωμοσύνη.

Δυστυχώς το άρθρο 4 του νομοσχεδίου κάθε άλλο παρά εξασφαλίζει τη συνοχή της ομάδας διοίκησης. Ελπίζω η σχετική διάταξη να οφείλεται σε απερισκεψία του υπουργείου Παιδείας παρά σε ενσυνείδητη κίνηση του τύπου ‘διαίρει και βασίλευε’. Οι καιροί είναι δύσκολοι και αν πραγματικά θέλουμε τα Ελληνικά πανεπιστήμια να διακριθούν, θα πρέπει να τους επιτραπεί να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με το υπουργείο Παιδείας και να διοικηθούν από δυνατές ομάδες, οι οποίες θα προτίθενται να επωμισθούν τόσο τη δόξα της επιτυχίας όσο και τη μομφή μιας πιθανής αποτυχίας.