Εδώ και πάνω από μισό αιώνα η ιστορία των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Η ευφορία που προκαλούν τα εύκολα θέματα (ή ‘βατά’ όπως συνήθως αποκαλούνται) γρήγορα μετατρέπεται σε δυσφορία με την άνοδο των βάσεων και, αντιστρόφως, η δυσφορία των δύσκολων θεμάτων μετατρέπεται σε ευφορία με την πτώση τους.
Από το 1964 οι εισαγωγικές εξετάσεις έχουν αλλάξει αρκετές ονομασίες (Εισιτήριες, Πανελλήνιες, Γενικές και Πανελλαδικές) και έχουν εμφανιστεί με διάφορες παραλλαγές στο σύστημα διεξαγωγής τους. Μπορεί «ο Μανωλιός να έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξε. Επί της ουσίας, το σύστημα επιλογής παραμένει το ίδιο. Είναι ένα σύστημα επιλογής που δημιουργεί περισσό άγχος και κόστος στους υποψηφίους και στις οικογένειες τους. Είναι ένα σύστημα που ενισχύει και διαιωνίζει την παραπαιδεία και ουσιαστικά ακυρώνει την ίδια την παιδεία – καθώς, όπως είναι γνωστό σε όλους μας, τουλάχιστον στην τελευταία τάξη του Λυκείου, οι μαθητές παραιτούνται από τα σχολικά τους μαθήματα και ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την προετοιμασία των εξετάσεων. Είναι ένα σύστημα που έχει γίνει αυτοσκοπός.
Ακόμα κι αν αποδεχτούμε τις εξετάσεις σαν το μοναδικό κριτήριο επιλογής των υποψηφίων (κάτι που προσωπικά με βρίσκει κάθετα αντίθετο, όμως αυτό είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης) κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να γίνει αναμόρφωση των εξετάσεων. Ουσιαστική αναμόρφωση, αναμόρφωση που επιτέλους θα δώσει τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα που απορρέει από τα σκαμπανεβάσματα της δυσκολίας των θεμάτων. Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η λύση σ’ αυτό είναι οι σταθμισμένες εξετάσεις.
Η ιδέα των σταθμισμένων εξετάσεων δεν είναι κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό. Πριν από 2000 χρόνια η Δυναστεία Χαν στην Κίνα χρησιμοποιούσε σταθμισμένες δοκιμασίες για την επιλογή δημοσίων λειτουργών. Μετά από 19 αιώνες κατάφεραν να φτάσουν στη Μεγάλη Βρετανία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις Βρετανικές αποικίες. Η πραγματική έκρηξη στη χρήση των σταθμισμένων εξετάσεων έγινε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν η παιδεία άρχισε γίνεται προσβάσιμη στο λαό και να μην αποτελεί προνόμιο μιας κοινωνικοοικονομικής ελίτ.
Οι σταθμισμένες εξετάσεις είναι ιδανικές ως δοκιμασίες ευρείας κλίμακας και προσφέρουν αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και σταθερότητα σύγκρισης. Τα πλεονεκτήματα αυτά απορρέουν από τη διαδικασία στάθμισης, μιας επίπονης και μακροχρόνιας διαδικασίας, που απαιτεί εξειδικευμένους επιστήμονες. Τέτοιοι επιστήμονες υπάρχουν στην Ελλάδα αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Ταυτόχρονα απαιτείται και πολιτική βούληση. Καθώς, όμως, η διάρκεια ζωής των υπουργών παιδείας είναι πολύ σύντομη, χρειάζεται και μια εθνική πολιτική για την παιδεία. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν υπήρξαν υπουργοί παιδείας που προσπάθησαν τη σταδιακή εφαρμογή σταθμισμένων εξετάσεων στο εισαγωγικό σύστημα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η προσπάθεια τους όμως εξανεμίστηκε όσο σύντομα εξανεμίστηκε και η θητεία τους.
Οι σταθμισμένες εξετάσεις δεν αποτελούν πανάκεια. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, είμαι ριζικά αντίθετος σε κάθε σύστημα εισαγωγής που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε εξετάσεις. Καθώς όμως στο ελληνικό σύστημα μονοπωλούν οι εξετάσεις, τουλάχιστον ας υιοθετήσουμε ένα σύστημα σταθμισμένων εξετάσεων ώστε να βάλουμε ένα τέλος στους βαρύγδουπους τίτλους των ΜΜΕ όπως «σφαγή στη Βιολογία», «ασάφεια στην Ιστορία», «κατρακύλησαν οι βάσεις στα φιλολογικά». Ακόμα σημαντικότερο είναι να θέσουμε ένα τέλος στην ψυχολογική τραμπάλα των υποψηφίων και των οικογενειών τους.
