Η διοίκηση χρειάζεται ομάδα

Εδώ και μια δεκαετία, η ανταγωνιστικότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί για πολλές χώρες στόχο στρατηγικής σημασίας.  Αυτό συνεπάγεται επενδύσεις σε οικονομικό επίπεδο, ανθρώπινο δυναμικό καθώς και διαθρωτικές αλλαγές.  Δεν είναι λίγες οι χώρες που έχουν αυξήσει τα κονδύλια για την έρευνα, ενισχύσει τα ποσά για την λειτουργία των ιδρυμάτων τους, αναπροσδιορίσει τα κριτήρια εισαγωγής φοιτητών και αναπτύξει κριτήρια και κίνητρα επιλογής καθηγητών παγκοσμίου κύρους. Ορισμένες δε, έχουν απελευθερώσει το νομικό πλαίσιο επιλογής των ανώτατων στελεχών διοίκησης των ιδρυμάτων, ώστε να προσελκύουν και στελέχη διεθνούς βεληνεκούς που δεν είναι πολίτες της χώρας-έδρας του ιδρύματος.

Ως γνωστό, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας δρα περιοριστικά για την εξέλιξη των Ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οπότε ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει παύσει να προσδοκά οικονομικές επενδύσεις. Ελπίζει όμως τουλάχιστον σε κάποιες διαθρωτικές αλλαγές, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια μας να συντηρηθούν και πιθανόν να διακριθούν. Δυστυχώς , το  πρόσφατο σχέδιο νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση που κατέθεσε η κυβέρνηση το Δεκέμβριο του 2015 εξανεμίζει τις ελπίδες για κάποιες ουσιαστικές αλλαγές. Σε ορισμένες διατάξεις δε, θεωρείται ότι θα αποτελέσει ένα βήμα πίσω παρά ένα βήμα μπροστά. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στη διοίκηση των πανεπιστημίων,  το νομοσχέδιο με το άρθρο 4 καταργεί τον υπάρχοντα θεσμό των αναπληρωτών πρυτάνεων και επαναφέρει το θεσμό των αντιπρυτάνεων.

Άσχετα με τον τίτλο (Γιάννης ή Γιαννάκης) υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο θεσμών. Οι αναπληρωτές πρυτάνεις ορίζονται από τον πρύτανη του ιδρύματος ενώ οι αντιπρυτάνεις εκλέγονται με ενιαίο και ξεχωριστό, από τους πρυτάνεις, ψηφοδέλτιο. Δηλαδή με το ισχύον καθεστώς, ο πρύτανης έχει την δυνατότητα να επιλέξει τους συνεργάτες του στη διοίκηση του ιδρύματος, ενώ με το προτεινόμενο καθεστώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι ομάδες διοίκησης να μην έχουν καμία συνοχή. Αταίριαστες προσωπικότητες, διαφορετικοί ιδεολογικοί χώροι  και αντικρουόμενες απόψεις για το πώς θα πρέπει να διοικηθεί το ίδρυμα μπορούν να τορπιλίσουν τη συνοχή της διοίκησης.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αντικειμενική επιλογή – με εκλογή ή τοποθέτηση – του επί κεφαλής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος (πρόεδρος, πρύτανης, καγκελάριος, κλπ) γίνεται για δύο λόγους. Για τις ικανότητες που έχει επιδείξει ο υποψήφιος στο παρελθόν και για το όραμα που έχει για το μέλλον του ιδρύματος. Ακόμα και ο ποιο ικανός ηγέτης όμως, χρειάζεται υποστήριξη από στελέχη με εξειδικευμένες ικανότητες (οικονομικές, ακαδημαϊκές, διοικητικές, ερευνητικές κλπ)  που θα είναι εναρμονισμένα με το όραμα του.  Η διοίκηση δηλαδή, χρειάζεται ομάδα με συνοχή και συμπληρωματική εμπειρογνωμοσύνη.

Δυστυχώς το άρθρο 4 του νομοσχεδίου κάθε άλλο παρά εξασφαλίζει τη συνοχή της ομάδας διοίκησης. Ελπίζω η σχετική διάταξη να οφείλεται σε απερισκεψία του υπουργείου Παιδείας παρά σε ενσυνείδητη κίνηση του τύπου ‘διαίρει και βασίλευε’. Οι καιροί είναι δύσκολοι και αν πραγματικά θέλουμε τα Ελληνικά πανεπιστήμια να διακριθούν, θα πρέπει να τους επιτραπεί να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με το υπουργείο Παιδείας και να διοικηθούν από δυνατές ομάδες, οι οποίες θα προτίθενται να επωμισθούν τόσο τη δόξα της επιτυχίας όσο και τη μομφή μιας πιθανής αποτυχίας.